• Science articles

    Θέματα γενικού επιστημονικού ενδιαφέροντος...

    Από τον Einstein έως και το πρώτο λειτουργικό τεχνητό φύλλο με ικανότητα φωτοσύνθεσης...

    Επιστήμη_Science

Παγίδες «ντάμπινγκ - dumping» στην αγροτική παραγωγή


Μέγιστο διακύβευμα η διατροφή για τις χώρες του Νότου
(Le Monde Diplomatique, dimanche 14 mars 2010)

Το 2050, στον πλανήτη Γη εκτιμάται ότι θα διαβιούν 9,3 δισεκατομμύρια άνθρωποι, οι διατροφικές ανάγκες των οποίων δεν φαίνεται, για την ώρα, να απασχολούν τη διεθνή κοινότητα. Στις φτωχές χώρες, όμως, όπου αναμένεται δημογραφική έκρηξη, η πρόκληση τρομάζει.


Εκεί ζει η πλειονότητα των χρόνια υποσιτιζόμενων, κι επίσης εκεί ξέσπασαν, το 2007 και το 2008, οι «εξεγέρσεις της πείνας», που συνδέονται με την εκτίναξη των τιμών των αγροτικών προϊόντων.

Στις ίδιες περιοχές βρίσκονται και τα γονιμότερα εδάφη, που έχουν, πλέον, εγκαταλειφθεί ελλείψει οικονομικών μέσων. Τα εδάφη αυτά εκμεταλλεύονται προοδευτικά οι δυτικές δυνάμεις, με σκοπό την παραγωγή φυτικών καυσίμων, ή ακόμη και οι ασιατικές χώρες και οι χώρες του Κόλπου που επιθυμούν να εγγυηθούν βιώσιμο επισιτισμό, προβλέποντας αύξηση των γεωργικών προϊόντων παγκοσμίως. Εκεί, τέλος, η υπερθέρμανση του πλανήτη θα μειώσει περισσότερο από οπουδήποτε αλλού τις γεωργικές αποδόσεις -από 15% εώς 30% στην υποσαχάρια Αφρική, σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ.

Η εκτίναξη των αγροτικών τιμών, το 2007 και το 2008, ανέδειξε την έντονη αστάθειά τους και κατέρριψε το δόγμα της «αυτορρύθμισης των αγορών». Απέναντι σε ένα βραχυπρόθεσμο, σταθερό αίτημα διατροφής, η παραγωγή αλλάζει σύμφωνα με τις κλιματικές αλλαγές, γεγονός που επιφέρει σημαντική διαφοροποίηση στις τιμές και τα εισοδήματα -αιτία για την οποία τα κράτη, από την εποχή των φαραώ, ρυθμίζουν πάντα το εύρος των εισαγωγών και υιοθετούν πολιτικές αποθήκευσης.

Τη δεκαετία του ’80, στον τομέα της γεωργίας, η απελευθέρωση των ανταλλαγών επιβλήθηκε στις χρεωμένες χώρες από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και την Παγκόσμια Τράπεζα. Έπειτα, το 1994, οι πιέσεις που ασκούσαν οι αγροδιατροφικές εταιρείες για την πτώση των τιμών των γεωργικών τροφίμων κατέληξαν, στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), στη Συμφωνία για τη Γεωργία. Ο συμβιβασμός, που «στόχο είχε μακροπρόθεσμα (...) ουσιώδεις προοδευτικές μειώσεις στη στήριξη και την προστασία της γεωργίας», έρχεται σε ρήξη με τη γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ-GATT) του 1947, η οποία δεν εμπόδιζε την προστασία των εισαγωγών -ακόμη κι αν επέτρεπε τις ενισχύσεις των εξαγωγών.

Οι κανόνες της Συμφωνίας ετέθησαν υπό διαπραγμάτευση μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ, προτού εφαρμοστούν σε όλα τα μέλη του ΠΟΕ, και εύλογα χαρακτηρίζονται από πρωτοφανή ανισότητα προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, κάτι το οποίο ισχύει κυρίως για τον προσδιορισμό του ντάμπινγκ. Σύμφωνα με τον ΠΟΕ, εμπίπτει στη δικαιοδοσία αυτής της κατηγορίας η χώρα που επιχορηγεί έναν εξαγωγέα, όχι όμως όταν εξάγει στην τιμή της εσωτερικής αγοράς -ακόμη κι αν αυτή η τιμή είναι κατώτερη του πραγματικού κόστους παραγωγής, χάρη σε εσωτερικές ενισχύσεις.

Από το 1992, οι Βρυξέλλες και η Ουάσιγκτον μείωσαν σημαντικά τις εσωτερικές τιμές προκειμένου να εξακολουθήσουν να εξάγουν χωρίς να κινδυνεύουν να κατηγορηθούν επίσημα για ντάμπινγκ. Εξάλλου, η διάκριση που επιχείρησε να κάνει ο ΠΟΕ ανάμεσα στις επιτρεπόμενες ενισχύσεις («πράσινο κουτί») και αυτές που υποβάλλονται σε περιορισμό δεδομένης της «ανισότητας των ανταλλαγών» (κουτιά «μπλε» και «πορτοκαλί»), καλύπτεται από μυστικότητα.

Οι διαδοχικές μεταρρυθμίσεις της κοινής αγροτικής πολιτικής (ΚΑΠ) και του Farm Bill στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το 1990, επί της ουσίας δεν απέχουν πολύ από αυτήν την απάτη. Στις διαπραγματεύσεις του κύκλου της Ντόχα, οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. δέχτηκαν να μειώσουν τις «ανισοτικές» ενισχύσεις τους κατά 80% και 70% αντίστοιχα, σε σχέση με το επιτρεπτό όριο της περιόδου 1995-2000, αν οι αναπτυσσόμενες χώρες άνοιγαν τις μη γεωργικές αγορές τους και τις υπηρεσίες τους. Δε σταμάτησαν, όμως, να «κλέβουν» με τις «ανισοτικές» ενισχύσεις, σε μεγάλο βαθμό μάλιστα. Η Ουάσιγκτον εκτίμησε, έτσι, τις δικές της στα 8,5 δισ. δολάρια για το 2007, ενώ, στην πραγματικότητα, άγγιξαν τα 28,2 δισ. δολάρια. Αντίστοιχα, οι Βρυξέλλες ανακοίνωσαν το ποσό των 43,1 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2005-2006 (τελευταία κοινοποιημένη χρονιά), έναντι ενός πραγματικού ποσού ύψους 72,9 δισ. ευρώ (!) - πράγμα που σημαίνει ότι η προσφορά μείωσης απλώς δεν πείθει.

Οι δύο μεγάλοι εξαγωγείς έχουν συνενόχους στο έγκλημα τη Γενική Γραμματεία του ΠΟΕ και τον πρόεδρο της επιτροπής διαπραγμάτευσης για τη γεωργία. Άλλωστε, μπορεί το δευτεροβάθμιο όργανο του ΠΟΕ να αποφάσισε, στις 3 Δεκεμβρίου του 2001 -μαζί και για τα γαλακτοκομικά προϊόντα του Καναδά-, ότι το ντάμπινγκ έπρεπε να καθορίζει και τις εσωτερικές ενισχύσεις στα εξαγόμενα προϊόντα, και στις 3 Μαρτίου του 2005 -με την υπόθεση του βαμβακιού των ΗΠΑ- ότι οι σταθερές άμεσες αμερικανικές ενισχύσεις δεν θα προέρχονταν από το «πράσινο κουτί», ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές θεωρήθηκαν ως μεμονωμένες και ότι δεν επέφεραν πραγματική ρυθμιστική αλλαγή.

Γνωρίζοντας ότι ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι υποφέρουν από χρόνιο υποσιτισμό και ότι άλλα δύο δισεκατομμύρια από χρόνια έλλειψη πρωτεϊνών και ιχνοστοιχείων, ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ εκτιμά ότι πρέπει να αυξήσουμε την παγκόσμια παραγωγή τροφίμων κατά 70% μέχρι το 2050. Στην Παγκόσμια Συνδιάσκεψη για τη Διατροφή, το 1996, δύο βασικά μέτρα προτάθηκαν για τον σκοπό αυτό. Από τη μία, ετήσιες μεταφορές δημόσιου χρήματος από τις χώρες του Βορρά προς τις χώρες του Νότου για τη γεωργία -αρχικά εκτιμήθηκαν στα 25 δισ. δολάρια, έπειτα στα 44 δισ., ενώ σήμερα περιορίζονται στα 7,9 δισεκατομμύρια δολάρια. Από την άλλη, την απελευθέρωση των ανταλλαγών.

Ενισχύσεις

Αν και τόσο σημαντικές ενισχύσεις είναι καλοδεχούμενες, εντούτοις προκαλούν δυσπιστία, τουλάχιστον έτσι όπως έχει σήμερα η κατάσταση. Όσο για την απελευθέρωση των ανταλλαγών, θα μπορούσε να επιφέρει συγχρόνως μεγάλη μείωση των κρατικών προϋπολογισμών και την καταστροφή των αγροτών στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ανάπτυξη των φτωχότερων χωρών, όπως αυτών της υποσαχάριας Αφρικής, χωρίς να τεθεί σε εφαρμογή, προς όφελός τους, η προστασία της γεωργίας, η οποία απέδωσε καρπούς στην Ε.Ε. και τις ΗΠΑ. Αξίζει, λοιπόν, να σημειωθεί ότι, όσο πιο ανεπτυγμένη είναι μία χώρα, τόσο περισσότερο προστατεύεται από την εισαγωγή βασικών προϊόντων διατροφής, και αυτό παρά τον μέσο γεωργικό δασμό που είναι κατώτερος από τον δασμό στις αναπτυσσόμενες χώρες. Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι αυτός ο μέσος δασμός δεν σημαίνει τίποτα. Ας το δούμε αναλυτικά: Παρά το γεγονός ότι αγγίζει το 22,9% στις 2.202 δασμολογικές γεωργικές κλάσεις των Βρυξελλών -και το 10,5% αν υπολογίσουμε τις εισαγωγές με ειδικές τιμές- ο μέσος δασμός στα δημητριακά παραμένει στο 50% στα 25 κράτη-μέλη, έναντι 5% στη Δυτικοαφρικανική Οικονομική και Νομισματική Ένωση (UEMOA). Όσον αφορά το γάλα σε σκόνη, 87% έναντι 5%, για τα σακχαρώδη προϊόντα 59% έναντι 200%, για τα κατεψυγμένα κρέατα (βοδινό, χοιρινό και πουλερικά) 66% έναντι 20%. Όσο πιο ανεπτυγμένη είναι, λοιπόν, μια χώρα, τόσο μικρότερο μερίδιο προϊόντων διατροφής εισάγει.

Το θεαματικό αποτέλεσμα της προστασίας που ασκείται σε μια γεωργική παραγωγή φαίνεται ξεκάθαρα αν προβούμε στη σύγκριση μεταξύ Κένυας και UEMOA: Ο τελωνειακός δασμός στο γάλα σε σκόνη πέρασε στην πρώτη από το 25%, το 1995, στο 35%, το 2002, και στο 60% από το 2004, ενώ έχει παραμείνει στο 5% στη δεύτερη. Η Κένυα είναι ένας αμιγώς αναπτυσσόμενος εξαγωγέας γαλακτοκομικών προϊόντων, με εσωτερική κατανάλωση εκατόν δώδεκα λίτρων κατ’ άτομο. Αντίθετα, οι αντίστοιχες εισαγωγές σε γάλα αντιπροσωπεύουν το 64% της γαλακτοκομικής παραγωγής της Δυτικής Αφρικής, και η κατ’ άτομο κατανάλωση αγγίζει μόλις τα τριάντα πέντε λίτρα.

Άλλες πολιτικές

Τα στοιχεία αυτά συνηγορούν υπέρ μιας αναθεώρησης όλων των γεωργικών πολιτικών, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο Συμφωνίας για τη Γεωργία, βάσει της αρχής της διατροφικής κυριαρχίας. Κάθε χώρα (ή ομάδα χωρών) θα έχει τη δικαιοδοσία να προσδιορίσει τη γεωργική και επισιτιστική πολιτική της όπως την αντιλαμβάνεται, από τη στιγμή που δεν θα είναι επιζήμια στον υπόλοιπο κόσμο χρησιμοποιώντας το ντάμπινγκ -και πρέπει να συμπεριλάβουμε σε αυτήν την πρακτική και τις έμμεσες εσωτερικές ενισχύσεις, όπως οι επιδοτήσεις για την εκτροφή των ζώων.

Το να θεωρήσουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει, πλέον, ανάγκη να προστατεύσει τη γεωργική αγορά της, παρά μόνον έναντι των εισαγωγών από χώρες που δε σέβονται το περιβάλλον και τους στοιχειώδεις κοινωνικούς κανόνες -σύμφωνα με τους Πράσινους και τους Σοσιαλιστές του Ευρωκοινοβουλίου, καθώς και πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις- μοιάζει παρακινδυνευμένο.

Πράγματι, οι αυξημένοι τελωνειακοί δασμοί που επιβάλλουν οι Βρυξέλλες στα βασικά είδη διατροφής θα μειώνονταν αν υπογραφόταν συμφωνία στο πλαίσιο του κύκλου της Ντόχα, κι ακόμα περισσότερο, αν η συμφωνία της ελεύθερης συναλλαγής με την Κοινή Αγορά του Νότου (Mercosur) είχε προσδιοριστεί όπως επιθυμούσε η Ισπανία η οποία προεδρεύει της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2010. Έτσι, η επιβίωση των ευρωπαίων γεωργών εξαρτάται από την κυριαρχία τους στην εσωτερική αγορά, στην οποία διοχέτευσαν το 77,5% των προϊόντων τους στο διάστημα 2005-2007.

Η Ε.Ε. έχει, λοιπόν, συμφέρον να θεμελιώσει εκ νέου την ΚΑΠ και τη Συμφωνία για τη Γεωργία για την επισιτιστική κυριαρχία, καθώς και να παράγει τα τρόφιμά της για την εκτροφή ζώων, αρνούμενη το γενικευμένο ντάμπινγκ. Αυτό δεν θα την εμποδίσει να εξάγει, από τη στιγμή που οι παγκόσμιες γεωργικές τιμές θα είναι υψηλότερες από τις εσωτερικές χωρίς ενισχύσεις. Συγκεκριμένα, μπορούμε να καθορίσουμε αποδοτικές τιμές, εγγυημένες από κυμαινόμενες εισφορές στις εισαγωγές, προκειμένου οι αγρότες που κινούνται κοντά στο μέσο κόστος παραγωγής της Ε.Ε. να μην χρειάζονται κοινοτικές ενισχύσεις για να επιβιώσουν.

Οι ενισχύσεις αυτές, στις οποίες πρέπει να έχει οριστεί πλαφόν και να ποικίλλουν μεταξύ των κρατών-μελών, θα απευθύνονται στους αγρότες των οποίων τα κόστη ξεπερνούν τον μέσο όρο της Ένωσης ή οι οποίοι, αν και παράγουν πολύ λίγο, έχουν ανάγκη να υποστηριχτούν για κοινωνικούς ή περιβαλλοντικούς λόγους (πολυλειτουργικότητα).

Όσον αφορά τις ποσότητες, γιατί να μην καθοριστούν ανώτατες τιμές ανά προϊόν ανάμεσα στα 27 κράτη-μέλη με στόχο να φτάσουμε σε μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των πλεονεκτημάτων που θα αντλούσε κάθε χώρα και της αναγκαιότητας να προωθηθεί μια πολύπλευρη γεωργία, ελαχιστοποιώντας, ταυτόχρονα, τα κόστη μεταφοράς; Μια τέτοια μεταρρύθμιση θα βρισκόταν στον αντίποδα της παράλογης απορύθμισης που ακολουθεί η Κομισιόν.

Η ανάγκη, όμως, για αναδιάρθρωση της αγροτικής πολιτικής είναι ακόμη πιο επιτακτική στις αναπτυσσόμενες χώρες, δεδομένου του αυξανόμενου επισιτιστικού τους ελλείμματος -το οποίο άγγιξε, αν δεν λάβουμε υπ’ όψιν το ψάρι, τα 13,3 δισεκατομμύρια δολάρια, το 2007.

Προστατευτισμός

Εξάλλου, ο περιορισμός του προστατευτισμού στις εισαγωγές και τις γεωργικές «ανισοτικές» ενισχύσεις αποτελεί το κλειδί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ στις διαπραγματεύσεις του κύκλου της Ντόχα, ως αντάλλαγμα για το άνοιγμα των αγορών μη γεωργικών προϊόντων και υπηρεσιών των αναπτυσσόμενων χωρών, καθώς αυτές έχουν έναν άσο στο μανίκι: Μπορούν να αρνηθούν τη διαστρεβλωμένη ερμηνεία των κανόνων της Συμφωνίας για τη Γεωργία από την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ, καθώς και τις μαζικές υποσημειώσεις, και να τις καταγγείλουν στον ΠΟΕ.

Αν αποδεικνυόταν ξεκάθαρα ότι οι προσφορές τους για μειώσεις είναι μόνο ψευδαισθήσεις, οι αναπτυσσόμενες χώρες δε θα ήταν, πλέον, υποχρεωμένες να ανοίξουν τις μη γεωργικές αγορές και τις υπηρεσίες τους, ενώ θα άνοιγε πια ο δρόμος για τον επαναπροσδιορισμό των γεωργικών πολιτικών και της Συμφωνίας για τη Γεωργία.


Πηγή: Le Monde Diplomatique (14/3/2010)

Le Monde Diplomatique: Και ξαφνικά η πείνα επανεμφανίζεται


Τα βιοκαύσιμα «έκαψαν» την αγροτική παραγωγή
(Le Monde Diplomatique, 3 avril 2010)

«Η πείνα δεν είναι φυσική κατάρα», υπογραμμίζει ο Ολιβιέ Ντε Σούτερ, ειδικός απεσταλμένος των Ηνωμένων Εθνών για το δικαίωμα στην τροφή. Είναι το αποτέλεσμα επιζήμιων πολιτικών επιλογών.

Ο FAO εκτιμά ότι, το 2009, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι υποσιτίζονταν. Πλέον αυτών, δύο δισεκατομμύρια άτομα αναμένεται να πληγούν από υποσιτισμό, ενώ εννέα εκατομμύρια θα πεθαίνουν ετησίως.

Εκατό εκατομμύρια επιπλέον θύματα πείνας καταγράφηκαν σε έναν χρόνο. Η συγκεκριμένη καταστροφή προκλήθηκε από την εκτίναξη των τιμών των γεωργικών προϊόντων σε παγκόσμιο επίπεδο, το 2007 και το 2008, η οποία είχε διαφορετικό αντίκτυπο στις εσωτερικές αγορές των εν λόγω χωρών.Το ιστορικό χαμηλό σε αποθέματα διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή.

Η ταχύτατη αύξηση στη ζήτηση αγροκαυσίμων στις ΗΠΑ (2004-2005) και στην Ευρώπη αποτέλεσε τη σπίθα που πυρπόλησε την κατάσταση. Η πίεση αυτή, καθώς ασκούνταν σε ήδη πολύ ασθενή αποθέματα, προκάλεσε αισθητή αύξηση των παγκόσμιων τιμών σε πολλά βασικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων το καλαμπόκι και τα φυτικά έλαια (φοινικέλαιο, σογιέλαιο, ραφινέλαιο), τα οποία αντίστοιχα χρησιμοποιούνται στην παραγωγή αιθανόλης και βιοντίζελ.

Το 80% των ανθρώπων που πλήττονται από το φαινόμενο του υποσιτισμού είναι αγρότες. Όσο για το 20% των κατοίκων των πόλεων που μαστίζεται από την πείνα, πρόκειται, εν μέρει, για άτομα που έχουν μετοικήσει στις πόλεις από αγροτικές περιοχές, με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. 

Στις διεθνείς, εθνικές και τοπικές αρχές που είναι αρμόδιες για θέματα αγροτικής και εμπορικής πολιτικής, οι αποφάσεις, γενικά, λαμβάνονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των αγροτών.

Θέτοντας σε σκληρό ανταγωνισμό τους γεωργούς με τις εταιρείες κολοσσούς, ενθαρρύνεται η παγίωση μη βιώσιμων ανταλλαγών γεωργικών προϊόντων, όπως, για παράδειγμα, οι ξαφνικές αυξήσεις των εισαγωγών.

Στο εθνικό επίπεδο, κάτι τέτοιο συνεπάγεται ασυνήθιστη αύξηση του όγκου του συγκεκριμένου προϊόντος, η οποία συνδυάζεται με μεγάλη πτώση της τιμής. Καθώς ασκεί δυσβάστακτο ανταγωνισμό στα τοπικά προϊόντα, προκαλεί την κατάρρευση των εσωτερικών τιμών και των γεωργικών εισοδημάτων. Έτσι, οδηγεί τους αγρότες στη φτώχεια, καταστρέφει τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής των μικροκαλλιεργητών και επιφέρει μαζική αγροτική ανεργία.
Στο διάστημα 1984-2000, καταγράφηκαν 767 περιπτώσεις εκτίναξης εισαγωγών σε δεκαεπτά αναπτυσσόμενες χώρες.


Ο πληθυσμός που πλήττεται εκτιμάται στα 2,6 δισ., ενώ ο αριθμός των αγροτικών εργατών στα 450 εκατομμύρια. Συγχρόνως, δέκα επιχειρήσεις ελέγχουν το 50% της προσφοράς σε σπορά και τρεις ή τέσσερις εταιρείες την πλειονότητα των παγκόσμιων ανταλλαγών κάθε προϊόντος. Όσο για τη διανομή, καταλήγει σε τέσσερις με πέντε αλυσίδες σουπερμάρκετ, οι οποίες νέμονται την αγορά σε κάθε ανεπτυγμένη χώρα, και οι οποίες ισχυροποιούνται στις χώρες του Νότου.

Οι αγρότες εξαναγκάζονται να έχουν, λοιπόν, μόνο μία επιλογή: να υποκύψουν στις απαιτήσεις των άλλων κρίκων της αλυσίδας με αποτέλεσμα να επιτρέπεται στους διανομείς να προμηθευθούν με πολύ μικρά έξοδα, επιβάλλει στους αγρότες τιμές μόνιμα κατώτερες των εξόδων παραγωγής και παρασύρει προς τα κάτω τους ήδη πολύ χαμηλούς μισθούς των εργαζομένων στις μεγάλες βιομηχανικές καλλιέργειες.

Οι παράγοντες που οδηγούν στην εκπτώχευση τους αγροτικούς πληθυσμούς είναι πολλοί: έλλειψη πρόσβασης στη γη, ιστορικά άνιση αναδιανομή των κερδών της παραγωγικότητας που προέρχονται από την «πράσινη επανάσταση», ή ακόμη και μείωση της κρατικής βοήθειας στην ανάπτυξη. Παρουσιάζουν, ωστόσο, ως κοινό παρονομαστή την άρνηση της «πολιτείας» να εγγυηθεί την ανάπτυξη βιώσιμων αγροτικών καλλιεργειών.

Η εξάλειψη του υποσιτισμού απαιτεί ριζική αλλαγή στρατοπέδου, με στόχο την εγγύηση της ανάπτυξης στο πλαίσιο της επισιτιστικής κυριαρχίας. Μια τέτοια προσέγγιση προϋποθέτει σταθερές τιμές και κέρδος για όλους τους αγροτικούς πληθυσμούς της Γης. Γι’ αυτό, απαιτούνται αποτελεσματικά συστήματα διαχείρισης της προσφοράς σε παγκόσμιο, εθνικό και τοπικό επίπεδο, βασισμένα στη συνεχή προσαρμογή των παραγωγών και σε μια διαφοροποιημένη προστασία στα σύνορα.

Συνεπώς, η επαναφορά της ισορροπίας στις σχέσεις μεταξύ των παραγόντων φαίνεται κρίσιμη, τόσο ενισχύοντας τη δύναμη των αγροτικών οργανώσεων όσο και μειώνοντας αυτήν της αγροδιατροφικής βιομηχανίας και της μεγάλης διανομής.

Δεκαετίες στήριξης της εντατικής αγροτικής βιομηχανίας έδειξαν τα όριά της. Η αγροοικολογία προσφέρει λύσεις που επιτρέπουν να αυξηθεί η παραγωγή συνδυάζοντας, παράλληλα, τον σεβασμό στον πλανήτη, περιορίζοντας, κυρίως, τον αντίκτυπο στην κλιματική αλλαγή.

Τον Απρίλιο του 2008, περίπου εξήντα κυβερνήσεις υπέγραψαν την έκθεση για τη Διεθνή Αξιολόγηση των Γνώσεων, των Επιστημών και των Τεχνολογιών στον τομέα της γεωργίας για την ανάπτυξη (IAASTD). Η πολυθεματική αυτή έκθεση, την οποία εκπόνησαν τετρακόσιοι ερευνητές από όλον τον κόσμο, καλεί στον εκ νέου προσδιορισμό και την αύξηση της χρηματοδότησης μιας αγροτικής οικολογίας. Ζητά την εφαρμογή πολιτικών που θα εγγυώνται την πρόσβαση στη γη, στους σπόρους και το πόσιμο νερό. Η ανείπωτη αύξηση του αριθμού των θυμάτων πείνας το 2009, οδηγεί, τελικά, στο βασικό ερώτημα: Ποιό αγροτικό και επισιτιστικό μοντέλο θέλουμε;



Ολόκληρο το άρθρο θα το βρείτε εδώ:


Le Monde Diplomatique: Από τα ισπανικά θερμοκήπια στα γαλλικά πιάτα


Για μια χούφτα ντομάτες
Η ομάδα των «έξι» που ελέγχει την αγορά

(Le Monde Diplomatique, 3 avril 2010)

Έξι εταιρείες μοιράζονται την πίτα στην ηπειρωτική Γαλλία κατέχοντας το 67% του μεριδίου αγοράς στον κλάδο της διατροφής: η Carrefour (23,9% μερίδιο αγοράς), η Leclerc (16,9%), η Intermarché (13,5%), η Auchan (11,5%), η Casino-Monoprix (10,3%) και η Système U (9%). Το 2009, το άθροισμα του τζίρου τους έφθασε τα 245 δισεκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων 96 δισεκατομμύρια ευρώ μόνο για τα Carrefour!

Κάθε χρόνο γίνεται το ίδιο. Από τον Οκτώβριο, οι χωριάτικες ντομάτες, δηλαδή όσες έχουν παραχθεί τοπικά, εξαφανίζονται σιγά σιγά από τους πάγκους των λαϊκών αγορών και από τα ράφια των σουπερμάρκετ της Δυτικής Ευρώπης, για να δώσουν τη θέση τους σε ένα και μοναδικό προϊόν: την ισπανική ντομάτα -σκληρή, τραγανή ή μαλακιά, χωρίς ιδιαίτερη γεύση, η οποία, αντί να ωριμάσει μέσα στο πανέρι με τα φρούτα του καταναλωτή, παραμένει άτονη χρωματικά και σαπίζει πολύ γρήγορα. «Οι Γάλλοι θέλουν να τρώνε ντομάτα όλον τον χρόνο, ακόμη και μέσα στον χειμώνα» διαπιστώνει ο Ρομπέρ, υπεύθυνος του τμήματος μαναβικής σε πολυκατάστημα Carrefour της Νότιας Γαλλίας. «Και έτσι, φέρνουμε!»

Όμως, όπως και οι Γερμανοί, οι Βρετανοί, οι Ολλανδοί, οι Πολωνοί και άλλοι, οι Γάλλοι αρνούνται να πληρώσουν την ντομάτα περισσότερο από 2 ευρώ το κιλό, ακόμη κι όταν είναι εκτός εποχής. Το πρόβλημα είναι γεωπονικό -πώς θα παράγονται ντομάτες τον χειμώνα- όσο και οικονομικό -πώς θα επιτευχθεί κόστος μέχρι τα 50 λεπτά το κιλό, για να πουληθούν με λιανική τιμή κάτω των 2 ευρώ; Η λύση βρέθηκε σε μια μικρή επαρχία της Ανδαλουσίας, την Αλμερία. Δεκαπέντε χιλιόμετρα ακτογραμμή, επτά χιλιόμετρα ενδοχώρα, ανάμεσα στη Μεσόγειο και την επιβλητική Σιέρα δε Γκάδορ. Μια περιοχή που συνδυάζει τη μεγαλύτερη ηλιοφάνεια της Ευρώπης με το πιο κακοπληρωμένο εργατικό δυναμικό.

Ο απλός περαστικός δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί από το θέαμα χιλιάδων πλαστικών θερμοκηπίων, που πότε προβάλλουν σαν φρούρια, πότε στέκουν μισοδιαλυμένα από τους ανέμους. Πόσα είναι στο σύνολο; Περίπου τριάντα χιλιάδες, το ένα δίπλα στο άλλο, σε μια έκταση τριάντα έως σαράντα χιλιάδων εκταρίων. Εδώ δουλεύουν δεκάδες χιλιάδες μετανάστες, πολλοί από τους οποίους είναι παράνομοι, για να τροφοδοτούν με οπωροκηπευτικά τους ευρωπαίους καταναλωτές, ανεξαρτήτως εποχής. Έρευνες στο εργαστήριο κοινωνικής ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου της Αλμερίας, υπολογίζουν τον αριθμό των εργατών γης στα θερμοκήπια σε 110.000, μεταξύ των οποίων 80.000-90.000 είναι ξένοι. Από αυτούς, οι 20.000-40.000 είναι παράνομοι -Μαροκινοί (50%), άλλοι Αφρικανοί, Λατινοαμερικάνοι, Ρουμάνοι.

Στη Γαλλία, για μια εργάσιμη ημέρα οκτώ ωρών, ο εργάτης γης αμείβεται με 55,40 ευρώ καθαρά. Με τις διάφορες επιβαρύνσεις, κοστίζει στον εργοδότη του 104 ευρώ. Στην Αλμερία, οι εργάτες γης παίρνουν μόνο 32 έως 37 ευρώ, μολονότι το επίσημο κατώτατο ημερομίσθιο ανέρχεται σε 44,40 ευρώ καθαρά και καθώς οι εργάτες αυτοί σπάνια δηλώνονται, δεν κοστίζουν τίποτε παραπάνω στο αφεντικό τους. Οι πιο τυχεροί ανάμεσά τους ζουν στοιβαγμένοι ανά δεκαπέντε σε μικρά διαμερίσματα εργατικών πολυκατοικιών. Όσοι περισσεύουν βολεύονται στις κατασκευές που, ειρωνικά, αποκαλούνται «κορτίχος», καλύβες από τσιμεντόλιθους χωρίς νερό και ηλεκτρικό ρεύμα, οι οποίες, κανονικά, χρησιμοποιούνται από τους ιδιοκτήτες γης ως αποθήκες λιπασμάτων και χημικών προϊόντων. Οι πλέον κακότυχοι προσπαθούν να επιβιώσουν στις «τσαμπόλας», πρόχειρες παράγκες από σανίδες και πλαστικό, που στήνονται στα πιο δυσπρόσιτα -και κρυμμένα- μέρη, μέσα στα θερμοκήπια.

Μηχανολόγος-τεχνικός της Casur, του μεγαλύτερου αγροτικού συνεταιρισμού της Αλμερία,  με πελάτες του τα Carrefour στη Γαλλία, τα Netto στη Γερμανία και τη Δανία, τα Lidl σε όλη την Ευρώπη αναφέρει ότι κάθε ντομάτα, αμέσως μόλις φθάσει εκεί, περνάει σε ένα αυτόματο πλυντήριο με εκτοξευτήρες νερού, απορρυπαντικό, περιστρεφόμενες βούρτσες και στεγνωτήρα καυτού αέρα, έτσι ώστε να αφαιρεθούν από την επιφάνειά της όλα τα υπολείμματα χαλκού και θείου, που θα μπορούσαν να απωθήσουν τον καταναλωτή. Για να συμπληρώσει με χαμόγελο: «Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα πιο επικίνδυνα χημικά παραμένουν αόρατα».

Φορτηγά μέσα στο χειμώνα
Στην αιχμή της χειμερινής περιόδου, από Δεκέμβριο μέχρι Φεβρουάριο, ο αριθμός των φορτηγών που ξεκινούν από την περιοχή μπορεί να φθάσει και τα 500 την ημέρα. 1900 χλμ. χωρίζουν την Αλμερία από το Παρίσι (δυόμισι ημέρες δρόμος, υπολογίζοντας και τις υποχρεωτικές στάσεις), 2.300 χλμ. τη χωρίζουν από το Λονδίνο (τρεισήμισι ημέρες).  2.700 χλμ. μακριά είναι το Βερολίνο (τεσσερισήμισι ημέρες), 3.400 χλμ. η Βαρσοβία (πέντε ημέρες). «Με δεδομένο τον αριθμό των ημερών που μεσολαβούν ανάμεσα στη συγκομιδή και την παράδοση στο σουπερμάρκετ, δηλαδή πέντε με οκτώ ημέρες, οι ντομάτες που στέλνουμε είναι ακόμη πράσινες» συνεχίζει ο Μαρτίνες, παρουσιάζοντάς μας μια γκάμα από χρώματα, από το πιο πράσινο μέχρι το πιο κόκκινο, αριθμημένα από το 1 έως το 10. «Εάν ο πελάτης στο Λονδίνο θέλει οκτώ, τότε του στέλνω τέσσερα». Το μόνο που αλλάζει είναι το χρώμα. Γιατί, η ντομάτα, σε αντίθεση με την μπανάνα, το αβοκάντο ή το ακτινίδιο, σταματά να ωριμάζει μετά τη συγκομιδή. Η επιτυχία της ισπανικής ντομάτας συνδέεται άμεσα με το πόσο σκληρή είναι. «Οι ντομάτες πρέπει να φθάνουν πολύ σκληρές. Οι πελάτες τις πιάνουν πολύ και πρέπει να μπορούμε να τις κρατήσουμε δύο με τρεις ημέρες στο ράφι».

Η πρώτη ποικιλία της ντομάτας, με τη μεγαλύτερη δυνατή διάρκεια και αντοχή στα διάφορα χτυπήματα, η ντομάτα Ντανιέλα, τελειοποιήθηκε το 1989. Από τότε, αποτελεί αντικείμενο πολλών ερευνών, κυρίως όσον αφορά την ανάπτυξη των οργανοληπτικών ικανοτήτων της -χρώμα, γεύση, υφή, πόσο ζουμερή και τρυφερή.

Ο καταναλωτής που νομίζει ότι αποφεύγει την ντομάτα της Αλμερίας ψωνίζοντας από τον μανάβη της γειτονιάς του αυταπατάται. Η ντομάτα του μανάβη, που πωλείται 3 με 4 ευρώ το κιλό, προέρχεται από τα ίδια θερμοκήπια, έχει υποστεί τις ίδιες επεξεργασίες και έχει μεταφερθεί από τα ίδια φορτηγά. Ακόμη χειρότερα: «Όταν μία παλέτα απορρίπτεται από μια εμπορική αλυσίδα κατά την εκφόρτωση, συμβαίνει συχνά να με καλούν για να μου προτείνουν το εμπόρευμα» μας εκμυστηρεύεται ο Ζοέλ, στέλεχος στη Robert Hortal, μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες χονδρικής πώλησης στην περιοχή του Μονπελιέ. «Συνήθως, παίρνω το εμπόρευμα, γεγονός που μου επιτρέπει να προσφέρω στους πελάτες μου μια καλή τιμή». Οι πελάτες του; Όλα τα καταστήματα λιανικής της πόλης, από τα πιο λαϊκά μέχρι τα πιο ακριβά.

Το πλεόνασμα στις λαϊκές
Τα κριτήρια που θέτουν οι μεγάλες εμπορικές αλυσίδες για να δεχθούν ή να απορρίψουν τις παλέτες είναι πολλά: σκληρές ή μαλακές ντομάτες, παράξενο σχήμα, χρωματισμοί, θερμοκρασία κατά την εκφόρτωση. Γι’ αυτό και μεγάλες ποσότητες ντομάτας που προορίζονταν για τα σουπερμάρκετ καταλήγουν να πωλούνται στις λαϊκές και στα μικρά μπακάλικα του κέντρου ή της γειτονιάς.

Οι αγορές χονδρικής αποτελούν τους τελευταίους επιζώντες των αγορών εθνικού ενδιαφέροντος (marchés d’ intérêt national-ΜΙΝ) από τότε που ξεκίνησε η εξάπλωση των μεγάλων εμπορικών αλυσίδων. Υπάρχουν δεκαοκτώ σε ολόκληρη τη Γαλλία.

Τι επιλογές απομένουν στον καταναλωτή; Οι ντομάτες του Μαρόκου; Καλλιεργούνται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Να αγοράζει μόνο εγχώριες ντομάτες; Βέβαια. Γνωρίζει, όμως, ότι, σήμερα, ελάχιστες είναι οι ποσότητες ντομάτας που καλλιεργούνται στο χωράφι -με τις ρίζες τους μέσα στη γη και τις ακτίνες του ήλιου να χαϊδεύουν τον καρπό; Στη Γαλλία, από τους εξακόσιες χιλιάδες τόνους ντομάτας που παράγονται κάθε χρόνο, το 95% καλλιεργείται σε θερμοκήπια. Το ένα τρίτο της παραγωγής θερμοκηπίου γίνεται στη Βρετάνη, σε υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις -τζαμαρίες που θερμαίνονται με φυσικό αέριο χειμώνα-καλοκαίρι, επίπεδες επιφάνειες καλλιέργειας εγκατεστημένες πενήντα εκατοστά πάνω από το έδαφος, ρίζες που συνδέονται με τεράστιες υδρορροές, μέσω των οποίων το φυτό ποτίζεται με νερό και χημικά προϊόντα σε ποσότητες που ελέγχονται με ακρίβεια από ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Στην Ολλανδία και το Βέλγιο, δεν συναντά κανείς, πλέον, παρά αυτή τη λεγόμενη «εκτός εδάφους» καλλιέργεια θερμοκηπίου.

Οι καταναλωτικές συνήθειες έχουν επιπτώσεις. Έτσι, η αγορά ενός κιλού ντομάτες, μέσα στο χειμώνα, προσφέρει: την άνοστη γεύση, τη στυγνή εκμετάλλευση των μεταναστών στην Ισπανία, την αντίστοιχη εκμετάλλευση των ανατολικοευρωπαίων φορτηγατζήδων που τις μεταφέρουν, τη μόλυνση από τα φορτηγά τους, τα κέρδη των μεγάλων εμπορικών αλυσίδων και, εν κατακλείδι, έναν προβληματισμό για την παγκοσμιοποίηση των εμπορικών συναλλαγών.

Ολόκληρο το άρθρο θα το βρείτε εδώ:
Next Next
Environment Blogs
Online Marketing
image Blogarama - The Blog Directory iozoo.com
Bloglisting.net - The internets fastest growing blog directory Make Money Blogging blog directory blog search directory
Blog Directory TopBlogDir.blogspot.com button
Monitored by Pingdom
eXTReMe Tracker
 
Related Posts with Thumbnails